Η ΔΑΡΔΑ ΚΟΡΥΤΣΑΣ ΚΑΙ Η ΦΟΡΕΣΙΑ ΤΗΣ

Η ΔΑΡΔΑ ΚΟΡΥΤΣΑΣ ΚΑΙ Η ΦΟΡΕΣΙΑ ΤΗΣ

 

Ή Δάρδα, στην οροσειρά τού Μοράβα, 18 χιλιόμετρα έξω) από την Κορυτσά, δεν έχει ζωή πολλών αιώνων. Ή ϊδρυσίς της συμπίπτει, με τη δραματική εποχή τού έξισλαμισμοϋ, αρχές τοΰ 18ου αίώνος, όταν χωρίσανε τά πρόβατα από τά ερίφια.

Με τραγική άψέλεια μάς διασώζει την παράδοσι ό Παπα-Σπΰρος Ζέγκος . “Οταν τό κακό έσφιγγε και ό ένας βλέποντας τον άλλον άφηνε την πίστι τών πατέρων του κι ό ένας σωρός λιγόστευε καί ό άλλος σωρός απειλητικά μεγάλωνε, ό ίερεύς του χωρίου Άρεζα είπε μια Κυριακή στους μαζεμένους στο νάρθηκα τής εκκλησίας χωριανούς του, πού από Κυριακή σέ Κυριακή λιγόστευαν.

« Αδελφοί μου, βλέπετε τριγύρω μας τι γίνεται εις τά άλλα χωρία.

»’Εγώ δεν ημπορώ τίποτε άλλο νά σάς είπώ παρά μόνο νά σάς παρακαλέσω όλους, όπως εμένα μέ άφησετε έλεύθερον νά κάμω όπως

» κρίνω διά τον εαυτό μου, ώς και διά την οικογένειαν μου.

»  θά άφησω την οικίαν μου καί την περιουσίαν μου θά πάρω την οίκογένειάν μου καί θά φύγω, “Ας κάμη ό καθένας, όπως κρίνή.

» Όποιος θέλει άς μέ άκολουθηση. Ό καθένας άς είναι έλεύθερος.

»’Εγώ τούτο τό όποιον σάς είπα τό ζητώ διά τον εαυτό μου καί την

» οίκογένειάν μου.           ‘

Άφησε ό Παπα-Ζέγκος την Άρεζα, τόν ακολούθησαν καί άλλοι, καί εγκαταστάθηκαν σ’ ένα τόπο μιά ώρα μακρύτερα, πού ήταν στάνη προβάτων σέ ύψόμετρο 1.300 μ. Έκεΐ σέ μιά μεγάλη απιδιά (dardha), πού τόν ξερό κορμό της θυμόταν άκόμη στά 1912 ή γριά Σωτήραινα Κατεπάνου καταυλιστήκαν οί πρόσφυγες Άρεζιώτες (Άρεζα = καρυδιά) καί λίγο – λίγο όλο και μαζεύονταν από τά γύρω εξισλαμισμένα χωριά κι άλλοι χριστιανοί κι εφεραν μαζί τους ο,τι μπόρεσαν να πάρουν καί στο ιδρωμενο μέτωπό τους τό στέφανο τής εμμονής τους στή θρησκεία των πατέρων τους. Τον τόπο αυτόν κοντά στην αχλαδιά τον ονόμασαν Δάρδα.

Ο μεταδοτικός εξισλαμισμός προχωρούσε μέσα σε λίγα χρονιά με βήματα πανούκλας. Έτσι η Νικολίτσα άλλοτε έδρα επισκοπής — σώζονται τά ερείπια τού Μητροπολιτικού Ναού τού Αγίου Νικολάου — διαιρέθηκε σε μουσουλμάνους καί χριστιανούς (στά 1926 είχε 91 Μουσουλμ. 127 χριστ.).

Στήν Αρεζα έγιναν ολοι Μουσουλμάνοι (στα 1926 κάτοικοι 524).

Σώζονται ακόμα τά ερείπια των ναών Άρχαγγ. Μιχαήλ καί Άγ. Αθανασίου.

Από αλλα χωριά — ερείπια σήμερα — έμεινε μόνο η ανάμνησις της χριστιανικής τους υπάρξεως, όπως τό Μποζοβίτσι. Κίναμι. Τσέτα καί τό περίφημο Λινοτόπι με παράδοσι αγιογραφική.

Αλλ’ άς αφήσωμε τή μελαγχολική αφήγησι γιά τά ερείπια καί άς

έρθουμε στήν ολοζώντανη Δάρδα, πού η εργασία τών νέων κατοίκων της από τά τουρκεμένα χωριά, την έκαμε ένδοξη.

Η προνομιακή θέσις της καί τό μαγευτικό της κλίμα σε διάστημα διακοσιων ετών εκαμε ωστε στον κορμό τής γέρικης αχλαδιάς νά μαζευτούν 1014 κάτοικοι (στά 1926). Χτισμένη αμφιθεατρικά με τά αρχοντικά της τά διώροφα -καί τά τριώροφα. με τά κρυστάλλινα νερά της και τούς γερούς κατοίκους της — «ό νέος γίνεται πιο νέος, ό όμορφος πιο όμορφος καί ό υγιής υγιέστερος» — , έπαιξε τον ιστορικό της ρόλο.

Οί φίλεργοι κάτοικοί της εργάζονταν σ’ όλη τή Βαλκανική τά προγονικά τους επαγγέλματα υλοτομία, άνθρακοεμπορία, ξυλουργία, ξυλεμπόρια στήν Ελλάδα, Τουρκία, Αλβανία, Σερβία. Ρουμανία καί Βουλγαρία.

“Οπου δάση καί Δαρδιώται, Καί έμεινε παροιμιώδης ό πέλεκυς τοΰ Δαρδιώτη (Spat e Dhardharit).

Ή οικονομική ευμάρεια βρήκε διέξοδο στη φιλομουσία καί τή σύστασι φιλανθρωπικών καί φιλεκπαιδευτικών σωματείων στη Δάρδα καί στο εξωτερικό. Ένδοξο τέκνο τής Δάρδας ό Μητροπολίτης Λαρίσης Πολύκαρπος ό Δαρδαίος, πού έπεσε θύμα τής παλληκαριάς του. μέλος τής Φιλικής Εταιρείας, άποκεφαλισθείς άπό τον Μαχμούτ Πασιά Δράμαλη στη γέφυρα τού Πηνειού, στη Λάρισα (17 Σεπτεμβρίου 1821).

Ή Δάρδα ήταν πετράδι στο στέμμα τής πλούσιας Μητροπόλεως τής Κορυτσάς, τής τόσο φημισμένης για τον πλούτο, ώστε στο Φανάρι (Κωνσταντινουπόλεως) έλεγαν: «Κάλλιαν Κορυτσάς παρά Πατριάρχης».

*

Η ΦΟΡΕΣΙΑ ΤΗΣ ΔΑΡΔΑΣ       ·

Μαντήλι μαύρο ή καφέ δεμένο πίσω.

Μεσοφόρι ψιλό άπ’ οτιδήποτε ύφασμα μεταξωτό, βατίστα, χασέ με πιέτες σά φουρό.

Φόρεμα μακρύ ως τον αστράγαλο, μάλλινο ψιλό καφέ ή λαδί ή βαθύ πράσινο ή μπλέ. Γαρνίρεται δύο πόντους πάνω από τό στρίφωμα μέ μία φάσα χρώματος μπλε. Φέρει μακρυά μανίκια, φουσκωτά στους ώμους, μέ μπλε ρεβέρια. Άλλα πάλι φορέματα στα μανίκια γαρνίρονται μέ δυό αποχρώσεις.

‘Έχει άνοιγμα εμπρός, πού φτάνει μέχρι τή μέση και κουμπώνει μέ κόπιτσες και τελειώνει μ’ ένα όρθιο γιακαδάκι τρεις πόντους (γκρίκασι).

Τό άνοιγμά του τελειώνει μέ σουροτές δαντελίτσες. Αυτό είναι τό φουστάνι.

Τσιμπούνι, μάλλον χοντρά σαγιάκι, όμοιο μέ τό χρώμα πού έχουν οί γαρνιτούρες τού φορέματος, χωρίς μανίκια.

Στά τελείωμα τής μασχάλης είναι γαρνιρισμένο μέ τρεις σειρές κόκκινο γαϊτάνι επίσης και ή μοναδική δεξιά τσέπη. Τά μπροστινά μέχρι τό γόνατο πάλι μέ τρεις σειρές κι από κεΐ και κάτω και γύρω-γύρώ στον ποδόγυρο μέ τέσσερις σειρές.

Τό τσιμπούνι άπό τό φουστάνι και ακριβώς πάνω άπό τή φάσα του κοντεύει πάλι δύο πόντους.

Τό στήθος τού τσιμπουνιοΰ. ή τραχηλιά έχει διάφορα σχέδια κεντήματος μέ χρυσή κλωστή, πότε σέ δύο και πότε σέ τρεις σειρές. 

Ποδιά (μεσάλι) άπό κόκκινη τσόχα μέ κεντήματα από μαύρο γαϊτάνι. Άπό μέσα είναι φοδραρισμένη. Φοριέται περίπου πέντε πόντους πάνω άπό τό τσιμπούνι.

Κεμέρι (ζώνη) φαρδειά δέκα πόντους άπό μεταξωτό ύφασμα πάνω άπό τήν ποδιά πού κουμπώνει μπροστά μέ δυο – τρεις κόπιτσες.

Παύτες. Πάνω άπό τό κεμέρι φοριούνται οι παύτες (θηλυκωτάρια) φλωροκαπνισμένες ή ασημένιες μέ πέτρες: κόκκινες ρουμπινί ή πράσινες, έργα κουγιουμπζήδων, πού στερεώνονται επάνω στο κεμέρι μέ μια ζώνη φάρδους τεσσάρων πόντων ύφαντή μέ χρώματα γαλανόλευκα εύζωνικά – ελληνικά καί ύφασμένο τό όνομα τής κάθε νύφης. Τό υπόδειγμα πού περιγράφεται είχε τό όνομα Άθηνά Κ. Κιαφούλη 1901.

Μαντήλια. Άπαραιτήτως οί νιφάδες τής Ντάρδας φορούσαν καί δυό μαντήλια μεταξωτά στά δύο πλάγια της μέσης, πού τά περνούσαν μέσα άπό τό κεμέρι γιά νά στερεωθούν καί κρεμιόταν ώς τά μισά τής ποδιάς.

Κιουστέκια. Γιά κοσμήματα φορούσαν κιουστέκια, διπλές καί τετραπλές άλυσσιδίτσες άσημένιες ή επίχρυσες, πού άλλες αρχίζαν άπό τό λαιμό καί περνούσαν τις παύτες καί γύριζαν πίσω καί στερεώνονταν  στη ζώνη ένώ άλλες πάλι από την αντίθετη πλευρά ξεκινούσαν από τις παύτες και χυνόταν ώς τό γόνατο. Αυτό τό πλήθος καί το μάκρος των άλυσσίδων έδινε στις Νταρδιώτισσες μια καπετανίστικη χάρι και λεβεντιά.

Τσοράπες (κάλτσες) πλεκτές μάλλινες μέ διάφορα χρώματα, πού έδιναν την εντύπωση ουράνιου τόξου (άλιβέρι).

*

Οί ποδιές γινότανε στην Κορυτσά. Τά τσιμπούνια στην Ντάρδα. Τα κεμέρια τά φέρνανε άπό τή Θεσσαλονίκη. Ή ύφασμένη μέ τά ονόματα των νυψάδων γινόταν στο Μεσολόγγι. Τό σαγιάκι τό δίνανε σε βιλάρι (τόπι) οί ένδιαφερόμενες στους τερζήδες.

Τερζήδες ήταν στις άρχές τού αίώνος μας στην Ντάρδα ή Ουρανία Κτώνα  ό Βασίλειος Λάτσης και ό Γκάκιο Τόντης. Ή φορεσιά,, πού είναι γνωστή μέ τό όνομα φορεσιά Δάρδας φοριέται, εκτός άπό τή Δάρδα, στην Σινίτσα, Κιουτέζα, Μπραντβίτσα.

Η ΔΑΡΔΑ σε φωτογραφίες του Θύμιου Ράτση 1918 – 1952 ” .

Ο Θύμιος Ράτσης (1886-1966) ήταν ένας φωτογράφος που έδρασε στο πατρικό του χωριό ΔΑΡΔΑ . που βρίσκεται στα βουνά της νοτιοανατολικής Αλβανίας κοντά στην Κορυτσά.

Γεννήθηκε στην Δάρδα . όπου παρακολούθησε το Ελληνικό δημοτικό σχολείο. Στην ηλικία των δεκαπέντε, μετανάστευσε στη Ρουμανία σε αναζήτηση εργασίας. όπως έκαναν πολλοί νέοι από την περιοχή εκείνη την εποχή. Με την επιστροφή του στην Αλβανία. εργάστηκε ως τενεκετζής στην Κορυτσά πριν από τη μετάβαση πίσω στο χωριό του. Εκεί έμαθε την τέχνη της φωτογραφίας από τον Πέτρο Κατσαούνη, ο οποίος όταν μετανάστευσε στις Ηνωμένες Πολιτείες το 1910. άφησε στον Θύμιο την φωτογραφική κάμερα και το υλικό του. Το 1911 συναντάται στη Δάρδα κατάστημα που φέρει την ονομασία “Θύμιος Ράτσης – Φαναρτζής και Φωτογράφος».           

Οι φωτογραφίες του Ράτση είναι ως επί το πλείστον οικογενειακές, πορτρέτα, γάμοι, παιδιά και κοινωνικές εκδηλώσεις μέσα και γύρω από το χωριό.

Ωστόσο, αν λάβουμε υπόψη ότι οι μόνοι άλλοι φωτογράφοι στην Αλβανία της εποχής εκείνης ήταν στις πόλεις της Σκόδρας και την Κορυτσά. δεν μπορεί κανείς να μην εντυπωσιαστεί από το πνεύμα της επιχείρησης.

Έκπληξη για τον εξωτερικό. παρατηρητή είναι το υψηλό επίπεδο ευημερίας. της κοινωνικής προόδου και εκδυτικισμού που συναντά κανείς στο χωριό Δάρδα εκείνη την εποχή.

»

  • Επιμέλεια αφιερώματος Δάρδας: Φίλιππος Π. Γιωβάννης.

www.pelasgoskoritsas.gr