Ηρακλής Ρεράκης, Καθηγητής ΑΠΘ,
Πρόεδρος της Πανελλήνιας Ενώσεως Θεολόγων
“Η προβληματική σχέση με τον «πλησίον» μας”
Η εξασθένηση της σχέσεως, μεταξύ των ανθρώπων, έχει, ως βασική αιτία, τον παραμελημένο και προβληματικό δεσμό του ανθρώπου με τον Θεό και τον πλησίον.
Όσο απομακρύνεται ο άνθρωπος από τον Θεό, άλλο τόσο απομακρύνεται και από τον πλησίον και αντιθέτως. Όλο και δυναμώνει στις μέρες μας η αντίληψη ότι η ορθή και συνειδητή σύνδεση των ανθρώπων με τον Τριαδικό Θεό της αγάπης, της ευσπλαχνίας και της φιλανθρωπίας προσδίδει τη δημιουργική δύναμη, που γεννά την ανθρώπινη αλληλεγγύη και κοινωνικότητα.
Είναι, θα λέγαμε, το απαραίτητο, σε κάθε κοινωνία, τσιμέντο, που συνδέει μεταξύ τους τα πρόσωπα αλλά και το μοναδικό αντίδοτο στον απάνθρωπο ατομικισμό και στην καταστροφική συγκρουσιακή λαίλαπα, που δημιουργείται στις διανθρώπινες σχέσεις από αυτόν.
Στην εποχή της Παγκοσμιοποίησης και του διαδικτύου, η οικογενειακή και σχολική αγωγή, που διαχρονικά υπηρετούσε τον ρόλο να αναπτύσσει τη θρησκευτική, την ηθικοπνευματική, την κοινωνική και την πολιτισμική συνείδηση των νέων ανθρώπων, μεταφέροντάς τους ατόφιους θησαυρούς της ενάρετης παραδόσεως, δυστυχώς, έχει χάσει το κύρος και την ευθύνη της αποστολής της.
Η συζήτηση για πολιτισμικά επιτεύγματα, για νεωτερικότητες, για εκσυγχρονισμούς για νέες εποχές και για τεχνητή νοημοσύνη δεν έχει καμιά αξία, όταν παρατηρείται, στην εποχή μας, υψηλής έντασης πνευματική έλλειψη και κρίση στις ψυχές των ανθρώπων και, κατά συνέπεια, αναπηρία στις διανθρώπινες σχέσεις.
Η αγωγή που προσφέρουν τόσο οι γονείς όσο και το σχολείο και η κοινωνία, με πρότυπα τα ανωτέρω αλλοπρόσαλλα κινήματα, χρειάζεται μετάνοια και πνευματική ανανέωση, έτσι ώστε να εναρμονίζεται με τις ανάγκες του όλου ψυχοσωματικού ανθρώπου.
Δεν είναι δυνατόν να μένουν οι ψυχές των ανθρώπων, πεινασμένες και διψασμένες, από πνευματική ανατροφοδότηση και προοπτική, επειδή κάποιοι αποφασίζουν να επιβάλουν έναν σύγχρονο τρόπο ζωής, που αγνοεί τον όλο άνθρωπο και τον θέλει να εξελίσσεται, αποκλειστικά και μόνον, ως υλική και όχι ως υλικοπνευματική ύπαρξη.
Και, φυσικά, δεν μπορούμε να ομιλούμε για κοινωνικοποίηση του ανθρώπου, εάν, πρωτίστως, δεν τεθεί το ερώτημα, αν μπορεί να κοινωνεί και να επικοινωνεί κάποιος με τον πλησίον του, με τους όρους της αληθινής κοινωνίας, όταν, για να επιτευχθεί αυτή η κοινωνία, απαιτείται να προηγηθεί η εκ του Θεού δωρεά και αποδοχή από τον κάθε άνθρωπο, των απαραίτητων πνευματικών αρετών.
Όταν σε μια, ονομαζόμενη κοινωνία, οι σχέσεις των ανθρώπων, βασίζονται στα ατομικά συμφέροντα, στις υλικές σχέσεις του δίνω και παίρνω και όχι στην ανιδιοτελή αγάπη, τότε η κοινωνία αυτή είναι άρρωστη πνευματικά και χρειάζεται, επειγόντως, θεραπεία.
Πλησίον κάποιου δεν γίνεται ο άνθρωπος, για λόγους συγγένειας, φιλίας ή γειτνίασης, αλλά, επειδή εμείς πασχίζουμε να γινόμαστε και να είμαστε γι’ αυτόν πλησίον, με την αγάπη, τη φιλανθρωπία, τον χώρο που του προσφέρουμε πρώτα στην καρδιά και έπειτα στη ζωή μας.
Εμείς, συνεπώς, τον κάνουμε πλησίον, δικό μας, φίλο μας, γιατί του δίνουμε ό, τι έχουμε και δεν έχουμε, για να καλύψουμε τις όποιες ανάγκες του και, έτσι, του φανερώνουμε την αγάπη του Θεού, που μας δίνεται, άνωθεν, ως πνευματική δωρεά.
Ουσιαστικά, με τη στάση μας απέναντί του, του φανερώνουμε την πίστη και την αγάπη μας προς τον Θεό, ο οποίος μας φέρνει μπροστά μας έναν ακόμη ευεργέτη στην πνευματική μας αύξηση, για να τον κάνουμε πλησίον και αδελφό εν Χριστώ.
Αυτή είναι η ωραιότερη και σπουδαιότερη κληρονομιά, που έχουμε χρέος να δεχόμαστε, να διατηρούμε και να μεταδίδουμε στον κάθε άνθρωπο, μικρό ή μεγάλο, η επενέργεια των δωρεών, που λαμβάνουμε άνωθεν, όταν φυσικά έχουμε, ως προτεραιότητα στη ζωή μας, αυτό που δίδαξε τους ανθρώπους ο ίδιος ο Χριστός λέγοντας: να βιώνουμε και να μαθαίνουμε να αγαπάμε τον Θεό και τον πλησίον μας: «αγαπήσεις Κύριον τον Θεόν σου, εξ όλης της καρδίας σου και εξ όλης της ψυχής σου και εξ όλης της διανοίας σου και εξ όλης της ισχύος σου… και τον πλησίον σου ως σεαυτόν» (Μάρκ. 12, 30-31).
Έτσι, ασκείται και μεταβάλλεται κάθε άνθρωπος σε πνευματική ύπαρξη, έτσι μαθαίνει να αγαπά και έτσι μπορεί να φτάνει να ζητά από τον Θεό να τον λυτρώνει από τα πονηρά έργα, με το «αλλά ρύσαι ημάς από του πονηρού», αποφεύγοντας να γίνεται εξαρτημένη «κοσμική μηχανή παραγωγής και κατανάλωσης».
Στο σύγχρονο κόσμο, είναι ανάγκη ο άνθρωπος να βρίσκεται, αδιαλείπτως, μακράν του πονηρού και πλησίον του Θεού και του συνανθρώπου, έχοντας πάντοτε την αίσθηση ότι είναι πνευματικό ον, που σημαίνει ότι οραματίζεται και πορεύεται στη ζωή του, εν αγάπη, με πυξίδα και προτεραιότητά του την αιωνιότητα, ως τελική του αποστολή: «Ζητείτε πρώτον την Βασιλεία του Θεού και την δικαιοσύνην Αυτού και ταύτα πάντα προστεθήσεται υμίν» (Ματθ. 6, 33).
Πάντως, δεν είναι τυχαίο ότι, ακόμη και η ίδια ετυμολογία του όρου «άνθρωπος», δείχνει την πορεία της αποστολής του, είτε εκληφθεί με την πιο δημοφιλή ετυμολογία και ερμηνεία του, που έρχεται από το «άνω θρώσκω» και σημαίνει (κινώ, κατευθύνομαι, κοιτάζω ψηλά προς τα άνω, στον ουρανό), είτε με την άλλη ετυμολογία, που έρχεται από τον Πλάτωνα, που είναι «ἀναθρῶν ἃ ὄπωπε» και σημαίνει (αυτόν που εξετάζει/αναλογίζεται (αναθρεί) αυτά που βλέπει), υπογραμμίζοντας, όμως, την ύπαρξη λογικής, κρίσης και συνείδησης, που διαφοροποιούν τον άνθρωπο από τα ζώα.
Ωστόσο, στην εποχή της Παγκοσμιοποίησης, χωρίς να παραγνωρίζεται η πάντοτε υπάρχουσα αγαθή μερίδα (Λουκ, 10, 42), η προτεραιότητα, συνήθως στη ζωή και στον προγραμματισμό των ανθρώπων δίνεται στα υλικά αγαθά, γεγονός που αποτελεί μια διαρκή υποδούλωση και φυλάκιση της πνευματικής ζωής και αποστολής του ανθρώπου, ως ενιαίου υλικοπνευματικού όντος.
Ωστόσο, οι βαπτισμένοι ορθόδοξοι Χριστιανοί γνωρίζουν ότι ο Αναστάς Κύριος, στην πρώτη συνάντησή Του με τους μαθητές του, μετά την Ανάσταση, τους δώρισε το Άγιο Πνεύμα και σ’ αυτούς και σε όλα τα μετέπειτα μέλη της Εκκλησίας Του, λέγοντας: «Ειρήνη υμίν… και ενεφύσησε και λέγει αυτοίς, λάβετε Πνεύμα Άγιον. Άν τινων αφήτε τας αμαρτίας, αφίενται αυτοίς, άν τινων κρατήτε, κεκράτηνται» (Ιωάν. 20, 23).
Το Άγιον Πνεύμα δίδει τα πνευματικά χαρίσματα και τις πνευματικές αρετές στους πιστούς και χαριτώνει το ενυπάρχον πνεύμα σε κάθε άνθρωπο.
Γι’ αυτό ο Απόστολος των Εθνών Παύλος, που έφερε τη χριστιανική πίστη στην Ευρώπη και στην Ελλάδα και ίδρυσε τις πρώτες εκκλησιαστικές κοινότητες, προτρέπει: «Το Πνεύμα μη σβέννυτε», δηλαδή, μην αφήνετε να σβήνει η Φλόγα και το Φως του Πνεύματος στην καρδιά και στη ζωή σας (Α΄ Θεσ. 5,19- 23).
Σε άλλη Επιστολή του, επίσης, ο Απόστολος επιμένει να προτρέπει τους πιστούς: «εν πνεύματι περιπατείτε και επιθυμίαν σαρκός ου μη τελέσητε», δηλαδή, να ζείτε και να συμπεριφέρεστε μεταξύ σας, σύμφωνα με το Πνεύμα του Θεού και τα χαρίσματα που δίδει και μην υπακούτε στις επιθυμίες της σάρκας, ενώ αναφέρει ότι τα χαρίσματα, αν και έρχονται με άσκηση, κάθαρση και προσευχή, είναι δωρεές του Θεού, καρποί του Αγίου Πνεύματος, όπως «αγάπη, χαρά, ειρήνη, μακροθυμία, χρηστότητα, αγαθωσύνη, πίστις, πραότης, εγκράτεια» (Γαλ. 5, 16 και 22-23).
Κάνοντας αυτές τις αγιογραφικές αναφορές, διαπιστώνουμε ότι οι άνωθεν πνευματικές αρετές και δωρεές είναι απολύτως αναγκαίες, ως προϋποθέσεις, για να μπορεί κάποιος να προσλαμβάνει τον «πλησίον» του, ως αδελφό ή για να γίνεται, αδιαλείπτως, «πλησίον» του «πλησίον» του.
Αντίθετα, η κοσμική και υλιστική ζωή οδηγεί σε μια ατονία ή έλλειψη των χαρισμάτων (αρετών), καθώς αυτές χορηγούνται άνωθεν, μόνον, μέσω της προσευχής και της πνευματικής καθαρότητας και ελευθερίας.
Συνεπώς, η υλιστική ζωή ενέχει τη ροπή στην πονηρία και στην έλλειψη των αρετών, που απαιτούνται για να μπορεί κάποιος να αγαπά, με το θεϊκό και όχι με το κοσμικό πνεύμα, τον πλησίον, ως τον ελάχιστο αδελφό του Χριστού.
Η υπαρκτική πλήρωση του ανθρώπου, με την αληθινή αγάπη προς τον πλησίον, κατά τον Ευαγγελιστή Ιωάννη, καθιστά αποδεκτή από τον Θεό και την αγάπη του προς Αυτόν (Α΄ Ιω.4, 20).