
Έχει ήδη εκκινήσει, με την προβλέψιμη σχεδόν κανονικότητα που συνοδεύει κάθε εκκλησιαστική πρωτοβουλία η οποία αρνείται να αρκεσθεί σε μια άκαμπτη εσωστρέφεια, μια πολεμική εκ μέρους μικρών αλλά επίμονων κύκλων εναντίον της «Λατρευτικής Εβδομάδας», σαν να επρόκειτο για αιφνίδια τομή ή για ασύμβατη καινοτομία ως προς το λειτουργικό και πολιτισμικό ήθος της Θεσσαλονίκης.
Και όμως, ακριβώς εδώ αποκαλύπτεται μια χαρακτηριστική αδυναμία ιστορικής και εκκλησιολογικής αναγνώσεως: ο θεσμός αυτός δεν συνιστά εξωγενή επινόηση ούτε νεωτερικό επεισόδιο απορρυθμίσεως του εκκλησιαστικού σώματος, αλλά επαναφορά ενός σχήματος που είχε ήδη υπάρξει στην πόλη, διεκόπη για κάποια χρόνια και επανήλθε, ενώ οι επίσημες ανακοινώσεις τον παρουσιάζουν ρητώς ως θεσμό τοποθετημένο μία εβδομάδα πριν από τη Μεγάλη Εβδομάδα, με έμφαση στη βυζαντινή κληρονομιά, στην κατανυκτική ατμόσφαιρα και στη συνάντηση τέχνης, πίστεως, παραδόσεως και πολιτισμού.
Δεν πρόκειται, συνεπώς, για αυθαίρετη μετατόπιση του νοήματος του ναού, αλλά για απόπειρα επανενεργοποιήσεως ενός προϋπάρχοντος εκκλησιαστικού και πολιτισμικού σχήματος μέσα στην ιστορική αυτοσυνειδησία της πόλεως.
Το κρίσιμο, όμως, δεν είναι απλώς η ιστορική προΰπαρξη του θεσμού, αλλά η θεολογική δυνατότητα που αυτός φανερώνει. Γιατί η Εκκλησία, εάν νοηθεί αληθινά ως σώμα λειτουργικό και εσχατολογικό, δεν εξαντλεί την αποστολή της στην περιφρούρηση ενός απομονωμένου ιερού, αλλά καλείται να μορφοποιεί εκείνες τις προϋποθέσεις μέσω των οποίων ο άνθρωπος της εποχής θα εισαχθεί, έστω και από τα κατώφλια, στο βίωμα της κατάνυξης, της προσδοκίας και της εσωτερικής συστολής ενώπιον του μυστηρίου.
Μια τέτοια εβδομάδα δεν λειτουργεί ως υποκατάστατο της λατρείας ούτε ως αισθητική της παρέκκλιση, αλλά ως προπαρασκευαστικός τόπος, ως παιδαγωγία του αισθητηρίου, ως άσκηση του βλέμματος και της ακοής, ώστε το εκκλησιαστικό γεγονός να μην προσλαμβάνεται ως εξωτερικό έθιμο, αλλά ως υπαρξιακή κλίση.
Η Εκκλησία δεν προδίδει τον εαυτό της όταν, με διάκριση, επιτρέπει στον πολιτισμό να σταθεί στο προαύλιο του μυστηρίου. Προδίδει τον εαυτό της όταν λησμονεί ότι η ίδια υπήρξε επί αιώνες η μήτρα εντός της οποίας τέχνη, ύμνος, αρχιτεκτονική, σιωπή και κοινότητα δεν συνυπήρχαν απλώς, αλλά συναποτέλεσαν ενιαία μορφή αλήθειας.
Ακριβώς εντός αυτής της προοπτικής οφείλει να ιδωθεί και η ποιμαντική ευθύνη του Παναγιώτατου Μητροπολίτου Φιλοθέου. Όχι ως προσωπικό γούστο αλλά ως έκφραση μιας συγκεκριμένης εκκλησιολογικής συνειδήσεως, η οποία φαίνεται να αρνείται να ταυτίσει την ιερότητα με την ακινησία και την προφύλαξη του ιερού με μια φοβική αποστείρωση του εκκλησιαστικού χώρου.
Ο επίσκοπος δεν είναι επιμελητής ενός μουσειακού κατάλοιπου ούτε θεματοφύλακας μιας αυτάρεσκης ακαμψίας. Είναι εκείνος που φέρει το βάρος να διακρίνει πώς το εκκλησιαστικό σώμα θα παραμείνει αληθές μέσα στην ιστορία χωρίς να διαχυθεί μέσα σε αυτήν. Και αυτό σημαίνει ότι οφείλει, συγχρόνως, να διαφυλάσσει τη λειτουργική ακεραιότητα και να αναζητεί μορφές με τις οποίες ο σύγχρονος άνθρωπος, εξαντλημένος από τον θόρυβο, την αποσπασματικότητα και τη διάχυτη πνευματική αναισθησία, θα οδηγηθεί εκ νέου προς τη σιωπή, τη συντριβή, την ακρόαση και τελικώς προς την προπασχάλια αναμονή. Εάν λοιπόν η πρωτοβουλία αυτή εγγράφεται, όπως επισήμως δηλώνεται, στην προετοιμασία για τα γεγονότα της Αγίας και Μεγάλης Εβδομάδος, τότε δεν έχουμε ενώπιόν μας μια χειρονομία εκκοσμικεύσεως, αλλά μια σύνθετη και απαιτητική μορφή ποιμαντικής διακρίσεως.
Και εδώ ακριβώς εντοπίζεται το βαθύτερο διακύβευμα. Όχι στο αν ορισμένοι μικροί κύκλοι αισθάνονται ασφαλέστεροι μέσα σε μια εκκλησιαστική συνθήκη διαρκούς άμυνας, αλλά στο αν η Εκκλησία θα εξακολουθήσει να νοεί την παρουσία της μέσα στην πόλη ως μαρτυρία μεταμορφωτική ή θα περιορισθεί σε ένα σύστημα αμυντικών, συχνά δε πολύ εχθρικών, ανακλαστικών, το οποίο συγχέει την καθαρότητα με την απομόνωση.
Η Θεσσαλονίκη δεν είναι απλώς ένας αστικός χώρος που φέρει ναούς ως μνημεία. Είναι μια πόλη της οποίας το ιστορικό πρόσωπο έχει συγκροτηθεί μέσα από τη συνάντηση λειτουργίας, ύμνων, τέχνης, δημόσιου χώρου και βυζαντινής συνέχειας.
Όταν, λοιπόν, ένας θεσμός επιχειρεί να επαναφέρει αυτή τη λανθάνουσα συνομιλία ανάμεσα στην πίστη, στην ιστορία και στην πολιτισμική μορφή, δεν αποδυναμώνει το εκκλησιαστικό φρόνημα της πόλεως, αλλά υπενθυμίζει ότι το ιερό δεν είναι άρνηση του πολιτισμού, αλλά η κρισιμότερη δυνατότητα να μεταμορφωθεί ο πολιτισμός σε χώρο εσωτερικού βάθους. Και ακριβώς γι’ αυτό η δημόσια στήριξη προς αυτή την ποιμαντική κατεύθυνση δεν είναι απλώς υπεράσπιση ενός προσώπου.
Είναι υπεράσπιση μιας εκκλησιολογίας λιγότερο φοβικής, θεολογικώς σοβαρότερης και πνευματικώς γενναιότερης, η οποία γνωρίζει ότι η αλήθεια της Εκκλησίας δεν διασώζεται με την περίκλειστη συστολή, αλλά με τη διάκριση, την ακρίβεια και την τολμηρή της ακτινοβολία εντός της ιστορίας.
Καλό ξημέρωμα!
Μάνος Λαμπράκης
https://www.facebook.com/share/1BoT8ZW2g5/?mibextid=wwXIfr