Βλάχοι τής Αλβανίας

 

Μιχάλης Τρίτος
Ομότιμος καθηγητής της Θεολογικής Σχολής του Α.Π.Θ

Ὁ Ἑλληνισμός τῆς Αλβανίας διακρίνεται σέ δύο πληθυσμιακές ομάδες, τούς ἑλληνοφώνους καί τούς βλαχοφώνους.
Ἡ ἐμφάνιση τῶν βλαχοφώνων χρονολογεῖται ἀπό τήν παρουσία τῶν Ρωμαίων στήν ἑλληνική χερσόνησο καί κοιτίδα τους εἶναι ἡ πανάρχαια ὁδική ἀρτηρία που συνέδεε τή Δύση μέ τήν Ἀνατολή, ἡ ὀνομαζόμενη Ἐγνατία ὁδός.

Τήν ἑλληνικότητα τῶν Βλάχων τῆς Αλβανίας ἀποδεικνύουν οἱ ἱστορικές πηγές, που βεβαιώνουν τήν ἑλληνικότητα τοῦ φυλετικοῦ καί γλωσσικοῦ ὑποστρώματος μέχρι τόν ποταμό Γενούσο (Σκούμπη), ἀλλά καί ἡ ἀνάλυση τοῦ λατινογενοῦς γλωσσικοῦ ἰδιώματός τους, στό ὁποῖο σώζονται λεξιλογικά, φωνολογικά καί συντακτικο-δομικά στοιχεῖα τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας τῶν χρόνων τῆς ρωμαιοκρατίας¹.

Ὁ ἑλληνικός χαρακτήρας τῶν διγλώσσων βορειοηπειρωτῶν εἶναι τόσο αἰσθητός, ὥστε ὁ ἱστορικός Προκόπιος δέν διστάζει νά τούς ἀποκαλεῖ Ἕλληνες.
«Ἕλληνες εἰσέν, Ἠπειρῶται καλούμενοι, ἄχρις Ἐπιδάμνου πόλεως, ἥτις ἐπιθαλαττέα οἰκεῖται»².

Στόν ἑλληνισμό ἐντάσσει τούς Βλάχους τῆς Αλβανίας καί ὁ Pouqueville, σύμφωνα μέ ὁμολογία τοῦ ἰδίου τοῦ ὀργάνου τῆς ρουμανικῆς προπαγάνδας τοῦ ιΘ΄ αἰ., τοῦ Th. T. Burada³.

Ἀλλά καί οἱ βυζαντινές πηγές ἐπιβεβαιώνουν τήν παρουσία βλαχοφώνων στήν περιοχή⁴.

Τό 1830 οἱ μόνοι ὀρθόδοξοι χριστιανοί στά Τίρανα καί τό Ἐλμπασάν ἦταν οἱ Βλάχοι. Συγκεκριμένα, ἀπό τίς 800 οἰκογένειες τῶν Τιράνων οἱ 110 ἦταν βλάχικες καί ἀπό τίς 2.206 τοῦ Ἐλμπασάν οἱ 150 ἦταν παρομοίως βλάχικες⁵. Πρέπει νά σημειωθεῖ ὅτι οἱ πρῶτοι χριστιανοί πού ἐγκαταστάθηκαν μετά τούς ὁμαδικούς ἐξισλαμισμούς στά Τίρανα ἦταν οἱ Βλάχοι. Μέχρι τίς ἀρχές τοῦ 20οῦ αἰ. οἱ Βλάχοι παρέμειναν οἱ μόνοι χριστιανοί τῆς πόλεως τῶν Τιράνων καί σχημάτιζαν τήν ἐκεῖ ἑλληνορθόδοξη κοινότητα⁶.

Ἐνδεικτική εἰκόνα τοῦ φρονήματος τῶν Βλάχων τῆς Ἀλβανίας στά τέλη τοῦ ιΘ΄ αἰ. μᾶς δίνει ὁ καθηγητής τοῦ Πανεπιστημίου τῆς Σορβόνης Victor Bérard:
«… ἡ βλάχικη συνοικία τοῦ Ἐλβασάν, ὅπως καί ἡ ἄλλη τοῦ Πεκίνι, σημειώνει καί αὐτή ἕναν σταθμό στό μεγάλο ἐμπορικό δρόμο τῶν Βλάχων ἀπό τήν Πίνδο στό Δυρράχιο. Οἱ Βλάχοι αὐτοί ἔχουν τή δική τους Ἐκκλησία, τή δική τους γλώσσα καί τά δικά τους σχολεῖα… Καί στά δύο τους σχολεῖα, ἀρρένων καί θηλέων, ἡ διδασκαλία γινόταν στά Ἑλληνικά… Ἑλληνικός ὁ κλῆρος τους, ἑλληνική καί ἡ λειτουργία. Οἱ ἴδιοι μιλᾶνε βλάχικα στή συνοικία τους καί ἑλληνικά στό παζάρι… Καί αὐτοί ἐπίσης στέλνουν σπουδαστές στό Πανεπιστήμιο τῆς Ἀθήνας. Κοντολογίς, ἔχουν ἑλληνική συνείδηση καί δηλώνουν Ἕλληνες…»⁷

Σέ ἄλλο σημεῖο τοῦ ἰδίου ἔργου του γράφει:
«Ὅλο τό ἐμπόριο τῆς νότιας Ἀλβανίας τό εἶχαν τότε στά χέρια τους… Τό Δυρράχιο ἦταν τό φυσικό τους λιμάνι γιά τίς σχέσεις μέ τήν Ἀγκώνα, τή Ραγούζα ἤ τή Βενετία. Ὕστερα ἀπό τήν ἑλληνική ἐπανάσταση, οἱ Βλάχοι αὐτοί, πού θεωροῦσαν τούς ἑαυτούς τους Ἕλληνες καί πού ἀγωνίστηκαν μέ τό πουγκί τους καί τό αἷμα τους γιά τήν ἐλευθερία, μετανάστευσαν σέ μεγάλο ἀριθμό στό νεοσύστατο ἑλληνικό βασίλειο… Μολαταῦτα, ἕναν αἰῶνα μετά, τό Δυρράχιο παρέμενε κουτσοβλάχικο λιμάνι…»⁸

Τό ἀδιαίρετο τῶν Βλάχων τῆς Ἀλβανίας μέ τόν ὑπόλοιπο Ἑλληνισμό ἀναφέρει καί ὁ Γάλλος ἱστορικός, δημοσιογράφος καί πολεμικός ἀνταποκριτής τῆς ἐφημερίδας Temps (Χρόνος) René Puaux, ὁ ὁποῖος διασχίζοντας τότε τήν ἐνιαία Ἤπειρο, ἔγραψε χαρακτηριστικά:
«Πραγματικῶς δέν μπορούσα νά διακρίνω Ἕλληνες καί Κοντσοβλάχους».

Οἱ Βλάχοι τῆς Ἀλβανίας δηλώνουν τήν ἑλληνικότητά τους καί σέ δικαιοπρακτικά ἔγγραφα. Πάντοτε ἀντιστέκονται σέ ὁποιαδήποτε προσπάθεια ἀποκοπῆς ἀπό τόν Ἑλληνισμό καί ταυτίσεώς τους μέ τόν Ῥουμανισμό, ὅπως ἐπιχειρήθηκε στίς ἀρχές τοῦ 19ου αἰ. ἀπό τή λατινίζουσα σχολή τῆς Τρανσυλβανίας. Πολύ λίγοι ὅμως παρασύρθηκαν. Σύμφωνα μέ τό Ῥουμάνο ἀκαδημαϊκό I. Coteanu, οἱ Βλάχοι τῆς Ἀλβανίας ποτέ δέν αἰσθάνθηκαν ὅτι ἀνήκουν στόν ἴδιο μέ τούς Ῥουμάνους λαό⁷⁰.

Ὅταν στίς ἀρχές τοῦ 1906 ἐπρόκειτο νά διενεργηθεῖ ἐκ μέρους τῆς τουρκικῆς κυβερνήσεως γενική ἀπογραφή τοῦ πληθυσμοῦ, στήν ὁποία οἱ Ῥουμάνοι ἐπιδίωκαν νά πετύχουν καταγραφή τοῦ βλαχόφωνου στοιχείου μέ τόν χαρακτηρισμό του ὡς Βλάχ μιλέτ, ἡ κατάσταση ἔγινε πιό ἀπειλητική. Τότε, ἡ ῥουμανική κυβέρνηση διέταξε τόν ἀκόλουθο τῆς πρεσβείας της στή Ρώμη Κ. Μουριλιάνο νά ἐπισκεφθεῖ βλαχόφωνους πληθυσμούς τῆς περιοχῆς Δυρραχίου, γιά νά πετύχει τή συμμετοχή τους στή ῥουμανική κίνηση. Ἡ τουρκική κυβέρνηση τοῦ ἐπέτρεψε τήν ἐλεύθερη διακίνηση καί οἱ τοπικές ἀρχές τοῦ ἐξασφάλισαν ὅλες τίς διευκολύνσεις. Ἀπό τό Δυρράχιο πῆγε στά Τίρανα, ὅπου ἀγωνίσθηκε γιά τόν προσηλυτισμό τῶν Βλάχων⁷¹.

Οἱ Βλάχοι τῶν Τιράνων, πιστοί στήν ἑλληνική ἰδέα, ἀπάντησαν ὅτι τίποτε κοινό δέν συνέδεε τή Ῥουμανία μέ αὐτούς, «οἵτινες, στεῤῥῶς ἐχόμενοι τῶν πατρώων, δέν θά ἐπιτρέψωσι σκάνδαλα καί ζιζάνια, καί ὅτι αἱ ὑποσχέσεις αὐτοῦ περί ἱδρύσεως σχολῆς, μέ πολλὰς γλώσσας, καί Ἐκκλησίας μεγαλοπρεποῦς, καί προστασίας ἰσχυρᾶς ὑπό τήν αἰγίδα τῆς Ῥουμανίας, σκοπούσης, ὡς εἶπε, νά συστήσῃ καί Προξενεῖον ἐν Δυρραχίῳ, δέν δύνανται νά μειώσωσι τήν ἀπεριόριστον ἀγάπην των πρός τήν Ἑλλάδα»⁷².

Ὁ Ῥουμάνος διπλωμάτης τό 1889–1890, κατά τίς περιοδεῖες του σέ κοντσοβλαχικές περιοχές, μόλις γλίτωσε ἀπό δολοφονική ἀπόπειρα ἐναντίον του, ὅταν ἔγινε ἀντιληπτό ὅτι ἐργάζεται ὡς πράκτορας τῶν Ῥουμάνων σέ βάρος τῶν ἑλληνικῶν συμφερόντων⁷³.

Μαρτυρία ἑλληνικότητας ἀποτελεῖ καί τό μεγάλο ἐλληνοβλαχικό κέντρο τῆς Μοσχοπόλεως⁷⁴ τῆς Βορείου Ἠπείρου, μέ τή ζωντανή ἑλληνική συνείδηση τῶν Βλάχων κατοίκων της καί τήν ἑλληνική ἀκτινοβολία τῆς Ἀκαδημίας, τοῦ τυπογραφείου καί τῆς βιβλιοθήκης της. Ἡ Μοσχόπολη μέ τά 12.000 σπίτια, τίς 65.000 κατοίκους της, τίς 24 Ἐκκλησίες, τούς μεγάλους διδασκάλους τοῦ Γένους, τήν ἐκπληκτική ἀνάπτυξη τοῦ ἐμπορίου καί τῆς βιοτεχνίας, πασίγνωστη στά Βαλκάνια καί τήν Εὐρώπη, δίκαια ἀποκλήθηκε «Παρίσι τῆς Ἀνατολῆς» καί «Ἀθῆναι τῆς Τουρκοκρατίας».

Ἰσχυρότατα τεκμήρια τῆς ἑλληνικότητας τῶν Βλάχων τῆς Ἀλβανίας παρέχει καί ἡ λαογραφική ἔρευνα. Ἤδη στίς ἀρχές τοῦ αἰῶνος μας οἱ Ἄγγλοι A. J. B. Wace καί Maurice Thompson, στό ὀγκῶδες σύγγραμμά τους «Οἱ Νομάδες τῶν Βαλκανίων», τονίζουν μέ ἀδιάσειστα στοιχεῖα ὅτι τά ἤθη καί ἔθιμα τῶν Βλάχων εἶναι ἑλληνικά⁷⁵. Ὁ λαϊκός πολιτισμός τους ἀποτελεῖ πολύτιμη μαρτυρία τῆς ἑλληνικῆς καταγωγῆς τους.

Σύμφωνα μέ αὐστηρούς ὑπολογισμούς, ζοῦν σήμερα στήν Ἀλβανία γύρω στούς 250.000 Βλάχους (Αρχές τις δεκαετίας του 1990). Γεωγραφικά ἐκτείνονται στή νότια, στή δυτική καί ἐν μέρει στήν κεντρική Ἀλβανία. Μέ τά στοιχεῖα πού διαθέτουμε οἱ Βλάχοι κατανέμονται ὡς ἑξῆς:

Στήν Ἐπαρχία Ἁγίων Σαράντα περὶπού 4.000
Ἀργυροκάστρου 8.000
Τεπελενίου 1.000
Αὐλώνας 16.000
Φίερι 22.000
Λουσνίας 16.000
Καβάγιας 10.000
Δυρραχίου 7.000
Τιράνων 22.000
Ἐλβασάν 15.000
Πόγραδετς 12.000
Κορυτσᾶς 40.000
Ἐρσέκας 5.000
Πρεμετῆς 20.000
Μπερατίου 30.000
Κουτσόβας 25.000

Οἱ περισσότεροι ἀπό τούς σημερινούς Βλάχους Βορειοηπειρῶτες, λόγω τοῦ πολυετοῦς σκληροῦ κομμουνιστικοῦ καθεστῶτος, τό ὁποῖο δέν εἶχε χαρακτηρίσει ὡς μειονοτικές τίς περιοχές πού ζοῦσαν, εἶχαν πλήρη ἄγνοια τῆς ἐπιστημονικά θεμελιωμένης ἀλήθειας γιά τήν προέλευση τῶν Βλάχων ὡς αὐτοχθόνων Ἑλλήνων ἐκλατινισμένων. Αὐτό εἶχε ὡς ἀποτέλεσμα νά ἐμπλέκονται στά δίχτυα τῆς ῥουμανικῆς προπαγάνδας, ἡ ὁποία μέ τή δραστηριότητα τῆς ῥουμανικῆς πρεσβείας τῶν Τιράνων (πρέσβυς γιά μιά εἰκοσαετία ὁ George Micu, χορήγηση ὑποτροφιῶν σέ Βλάχους γιά σπουδές στή Ῥουμανία, οἰκονομικές χορηγήσεις) ἐπιχείρησε νά ἁλώσει τήν ἐθνική τους συνείδηση. Γιά τό σκοπό αὐτό πραγματοποιήθηκε στίς 4–5 Ἀπριλίου 1992 στήν αἴθουσα τῆς «Ὄπερας» τῶν Τιράνων συνέδριο, πού κατέληξε στήν πλήρη ἀποτυχία τῶν στόχων τῆς ῥουμανικῆς προπαγάνδας, ἡ ὁποία συνεπικουρεῖτο καί ἀπό τόν ἐκπρόσωπο τῆς ῥουμανικῆς Ἐκκλησίας, Ἐπίσκοπο Ἄρτετζάνου Καλλίνικο⁷⁶.

Ἀπό πλευρᾶς δραστηριοτήτων τῶν Βλάχων τῆς Ἀλβανίας ἀναφέρουμε τήν ἐπαναλειτουργία τό 1992 τῆς ἀρωμουνικῆς Ἐκκλησίας τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Σωτῆρος Κορυτσᾶς, ὅπου ἡ Θεία Λειτουργία τελεῖται στήν ἀρωμουνική. Σέ ὅλα τά μεγάλα βλαχόφωνα κέντρα λειτουργοῦν Σύλλογοι Ἀρωμούνων (Armãnjilor). Ἀπό αὐτούς ἄλλοι μιλοῦν γιά μιά αὐτόνομη φυλετική παρουσία τῶν Βλάχων καί ἄλλοι ἔχουν φιλελληνικές ἤ φιλορουμανικές βλέψεις.

Ἡ κεντρική Ἕνωση Βλάχων Ἀλβανίας ὀνομάζεται «Aromunet e Shqipërisë» (Ἀρωμούνοι Ἀλβανίας) μέ ἕδρα τά Τίρανα⁷⁷. Σ’ αὐτούς ἀνήκουν ἐννέα ἄλλοι σύλλογοι. Ἐπίσης στά Τίρανα ἐδρεύει καί ἡ «Societatea Femeilor Aromânilor din Albania» (Ἕνωση Βλάχων Γυναικῶν Ἀλβανίας). Στήν Ἀλβανία κυκλοφοροῦν δύο ἀρωμουνικές ἐφημερίδες μέ τόν ἴδιο σχεδόν τίτλο (Fratia–Vëllazëria καί Fratsilia). Γλώσσα τους εἶναι ἡ βλαχική μέ λατινικά στοιχεῖα καί ἡ ἀλβανική